ΜΙΛΑ ΜΟΥ

ΓΡAΦΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚAΤΣΙΗΣ

Ένας πρώην οδηγός νεκροφόρας εξομολογείται

02.09.2016

«Είναι μια συνηθισμένη δουλειά, όπως αυτή του ηλεκτρολόγου, του μηχανικού, του γιατρού. Ο καθένας με τον κλάδο του. Πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις, ό,τι και να είναι αυτό».
 

Παρόλο που ο ίδιος ο Κυριάκος Κερυνειώτης από τη Λεμεσό περιγράφει τη δουλειά του ως μια συνηθισμένη δουλειά, όπως και να το κάνουμε, το να ετοιμάζεις νεκρούς για το τελευταίο τους ταξίδι και να τους μεταφέρεις με τη νεκροφόρα, δεν είναι μια δουλειά που ο καθένας εύκολα μπορεί να την κάνει.

Πιο κάτω θα διαβάσεις μια εξομολογητική συνέντευξη του Κυριάκου, αναφορικά με τις δυσκολίες -ή καλύτερα τις ιδιαιτερότητες- της δουλειάς που έκανε για μερικά χρόνια στην εποχή της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, αλλά και για διάφορες εμπειρίες που είχε σε σχέση με το επάγγελμα του οδηγού νεκροφόρας και όχι μόνο σε ένα γραφείο τελετών.


Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με το συγκεκριμένο επάγγελμα;
Έμαθα ότι ένα γραφείο τελετών έψαχνε υπάλληλο και δεν έχασα την ευκαιρία. Στη ζωή πρέπει να τολμάς. Ήταν μια εμπειρία που η αλήθεια είναι πως ήθελα πάρα πολύ να τη ζήσω.

Κάποιοι σταυροκοπιούνταν ή έφτυναν τον κόρφο τους. Λίγοι ήταν αυτοί που θαύμαζαν την υπομονή μου, την αντοχή μου και την τόλμη μου. Κάποιοι μου έλεγαν «μπράβο σου, εγώ δεν θα τολμούσα να έκανα έτσι δουλειά».

Πώς ήταν η πρώτη επαφή με το αντικείμενο;
Θυμάμαι την πρώτη μέρα στη δουλειά, όταν με παράλαβαν οι συνάδελφοί μου και με καθοδήγησαν στο νεκροτομείο του γραφείου. Καθώς ανεβαίναμε με το ασανσέρ τα πόδια μου έτρεμαν. Αγχωνόμουν για το τι θα συναντούσα. Όταν μπήκα στο νεκροτομείο αντίκρισα δύο μεγάλα ψυγεία. Εξακολουθούσαν τα πόδια μου να τρέμουν. Η καρδιά μου χτυπούσε πολύ γρήγορα που νόμιζα πως θα έβγαινε έξω. Οι δύο συνάδελφοί μου άρχισαν χαλαροί και άνετοι να ετοιμάζονται κατάλληλα (γάντια, στολές, ποδιές) για να ντύσουν και να προετοιμάσουν τους νεκρούς για τις τελετές τους. Άνοιξαν το πρώτο ψυγείο για να βγάλουν τον πρώτο νεκρό και είδα πως μέσα υπήρχαν ακόμη 9-10 νεκροί. Δεν με κράτησαν τα πόδια μου και ζαλίστηκα. Αμέσως ένας από τους συναδέλφους με έβαλε να καθίσω και μου έφερε να πιώ λεμονάδα και ένα τσιγάρο. Πέρασαν περίπου 15 με 20 λεπτά μέχρι να συνέλθω.

Ήταν ο κύριος Χάρης, ένας αξιοθαύμαστος άνθρωπος με πολλές εμπειρίες. Μετά ήρθε κοντά μου και ο κύριος Δημήτρης -ο δεύτερος συνάδερφος. Προσπαθούσαν και οι δύο με κάθε τρόπο να μου αλλάξουν τη διάθεση και να με βάλουν στο κλίμα της δουλειάς με διάφορα επιχειρήματα. Για λίγα δευτερόλεπτα είχε περάσει από το μυαλό μου η ιδέα να εξαφανιστώ, ένιωθα πως πνιγόμουν. Όταν μοιράστηκα τη σκέψη μου με τον κύριο Χάρη, αυτός με άρπαξε από το κεφάλι και μου είπε «ρε μα πάεις καλά; Δύο μέτρα κορμί και φοάσαι; Τι φοάσαι ρε; Τον νεκρό που κοιμάται;».

«Το να μιζαρώνεις -μιζάρωμα είναι ένα είδος ρούχου που βάζεις στο νεκρό πριν τον ντύσεις- και να ντύνεις νεκρό είναι ευλογία Θεού. Πιες ακόμα ένα τσιγάρο, ηρέμισε και σκέψου πως έχεις γυναίκα και παιδιά και ότι δεν έχει δουλειές τη σήμερον ημέρα και ετοιμάσου να έρθεις δίπλα μου να βλέπεις τι ακριβώς κάμνω».

Εκείνη την ώρα μου έδωσε μια δύναμη εκείνος ο άνθρωπος και νόμιζα πως με εκείνη τη δύναμη μπορούσα να χαλάσω και χτίσω ξανά τον κόσμο. Έτσι και έγινε. Ετοιμάστηκα και πήγα δίπλα του καθώς ξύριζε έναν άντρα πριν τον ντύσει και έβλεπα ακριβώς τι έκανε.
 


 

Ήταν δύσκολο να προσαρμοστείς;
Οι πρώτες βδομάδες ήταν δύσκολες, όμως με τη βοήθεια των συναδέλφων μου, ειδικά του κύριου Χάρη και της κυρίας Άντρης κατάφερα να προσαρμοστώ. Με βοήθησαν όλοι αφάνταστα ακόμη και η διεύθυνση του γραφείου. Είναι όλα μία συνήθεια.


Ποιες ήταν οι αρμοδιότητες σου, τι έκανες ακριβώς στο Γραφείο που εργαζόσουν;
Αν ήταν άντρας, το ξύρισμα, ενώ αν ήταν γυναίκα και χρειαζόταν, την έβαφα (πάντα με τη συγκατάθεση των συγγενών). Το ντύσιμο του νεκρού και την τοποθέτηση του στο φέρετρο. Τη μεταφορά στην εκκλησία και μετά στο κοιμητήριο (ονομάζεται κοιμητήριο και όχι νεκροταφείο, καθώς είναι το μέρος που κοιμούνται οι κεκοιμημένοι). Επίσης, την παραλαβή του νεκρού που μόλις πέθανε πχ από τα νεκροτομεία των νοσοκομείων, ή αν πέθανε στο εξωτερικό και ήρθε με αεροπλάνο, τον παραλάμβανα από το αεροδρόμιο, ή από το σπίτι του.


Δεν φοβήθηκες ποτέ σου, δεν ένοιωσες περίεργα όταν βρισκόσουν τόσο κοντά με πεθαμένους;
Φόβο όχι ακριβώς, παρόλο που έτυχε πολλές φορές να είμαι στο νεκροτομείο εντελώς μόνος μου, όταν απουσίαζαν οι συνάδελφοι μου σε κηδείες.

Όμως, τον πρώτο μήνα στη δουλειά περνούσαν διάφορες σκέψεις από το μυαλό μου, όπως για παράδειγμα αν θα άντεχα και πως θα αντιδρούσα αν έβλεπα νεκρό κάποιον γνωστό. Όταν είχα στα χέρια μου μικρά μωρά, ανεξάρτητα από την εθνικότητα και τη θρησκεία, κάτι φώναζε μέσα μου «Γιατί θεέ μου;», ενώ δεν θα σας κρύψω πως πολλές φορές έτυχε να κλάψω μαζί με τους συγγενείς.


Ποια η διαδικασία ετοιμασίας ενός νεκρού;
Καταρχάς θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Οι συγγενείς έρχονται στο γραφείο είτε για να συνοδεύσουν το λείψανο με τη νεκροφόρα, είτε για να κάνει τρισάγιο ο ιερέας πριν μεταφερθεί το λείψανο στον προορισμό του. Είτε ακόμα επειδή θέλουν οι συγγενείς να μείνουν για λίγο με τον νεκρό αφού δεν θα τον ξαναδούν.

Υπάρχουν διάφορες διαδικασίες για την ετοιμασία ενός νεκρού και αυτό εξαρτάται από τη θρησκεία του καθενός.

Θα περιοριστώ και κα αναφερθώ μόνο στους χριστιανούς ορθόδοξους. Αρχικά, παραλαμβάνουμε το λείψανο από το μέρος που βρίσκεται, πχ από το νοσοκομείο μαζί με το πιστοποιητικό θανάτου υπογραμμένο και με σφραγίδα από το γιατρό. Σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει η μεταφορά του.

Στη συνέχεια, τον μεταφέρουμε στο νεκροτομείο του γραφείου και τον βάζουμε στο ψυγείο στους 0 βαθμούς για να διατηρηθεί. Περιμένουμε την οικογένεια να αποφασίσει πότε θα γίνει η κηδεία, να μας παραδώσει την ενδυμασία και να επιλέξει το φέρετρο.

Όταν αποφασιστούν όλα, ο νεκρός ετοιμάζεται μια μέρα πριν την κηδεία, για να έχουν περιθώριο οι συγγενείς να έρθουν στο γραφείο για να τον δουν πριν την αναχώρηση του.

Μία περίπτωση μου έμεινε εντυπωμένη στο μυαλό. Οι συγγενείς ήθελαν να περάσω τον νεκρό από τις επιχειρήσεις του με το ράδιο στο διαπασών να παίζει Νότη Σφακιανάκη.


Ως δουλειά πως είναι;
Αν εννοείς πως είναι τρομακτικό, καθόλου. Τους ζωντανούς να φοβάσαι, αυτοί κι αν είναι τρομακτικοί. Είναι μια συνηθισμένη δουλειά, όπως αυτή του ηλεκτρολόγου, του μηχανικού, του γιατρού. Ο καθένας με τον κλάδο του. Πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις, ό,τι και να είναι αυτό.
 

Είχες ποτέ σου εφιάλτες το βράδυ;
Μια φορά νόμιζα πως είδα όνειρο την υπεύθυνη μου να με παίρνει τηλέφωνο για να παραλάβω νεκρό από ένα γηροκομείο στις τρεις η ώρα τα μεσάνυχτα. Τελικά δεν ήταν όνειρο, ήταν πραγματικότητα αφού με πήρε μετά από λίγο για να δει αν ξύπνησα. Ποτέ δεν είδα εφιάλτη επειδή όσα έβλεπα και άκουγα στη δουλειά τα έσβηνα από το μυαλό μου μόλις σχολνούσα.


Φοβάσαι το θάνατο μετά και την εμπειρία σου σε αυτή τη δουλειά;
Μόνο ο θάνατος είναι αθάνατος και πάλι αυτός νικήθηκε με την ανάσταση του Χριστού μας. Όχι, δεν φοβάμαι το θάνατο, όλοι κάποια μέρα θα πεθάνουμε απλώς δεν ξέρουμε πότε. Άλλωστε, όλοι προσωρινοί είμαστε σε αυτό τον κόσμο.


Σου άρεσε η δουλειά σου;
Ναι, μου άρεσε και πολύ μάλιστα. Ειδικά όταν περιποιούμουν νεκρούς που προέρχονταν από θανατηφόρα δυστυχήματα, ή από ασθένειες, οι οποίες αλλοίωναν το πρόσωπο και εγώ έφτιαχνα το νεκρό όπως ακριβώς ήταν σε παλαιότερες φωτογραφίες τους. Έβλεπα τους συγγενείς να με ευχαριστούν, καθώς δεν περίμεναν τόσο όμορφο αποτέλεσμα. Ξέρεις, είναι και ηθική ικανοποίηση τόσο για μένα, όσο και για το συγγενή που θα τον δει για τελευταία φορά.


Σου έτυχε ποτέ να ετοιμάσεις και να μεταφέρεις κάποιον δικό σου;
Ναι, έτυχε αρκετές φορές. Έτυχε μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα να μεταφέρω τρεις γείτονες μου. Σημείωσε ότι με τον ένα μια μέρα πριν πεθάνει καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι, τρώγαμε και πίναμε. Έτυχαν και ακόμη δύο περιπτώσεις με φίλους μου.


Τι ήταν το πιο περίεργο πράγμα που σου ζήτησαν οι συγγενείς κάποιου νεκρού;
Μία περίπτωση μου έμεινε τυπωμένη στο μυαλό. Οι συγγενείς ήθελαν να περάσω τον νεκρό από τις επιχειρήσεις του με το ράδιο στο διαπασών να παίζει Νότη Σφακιανάκη. Το έκανα και όταν φτάσαμε στην εκκλησία ένας από τους συγγενείς μου έδωσε πουρμπουάρ 100 ευρώ.


Και ποια ήταν η πιο περίεργη διαδρομή που σου ζήτησαν να κάνεις; Από πού να τον περάσεις για τελευταία φορά;
Μου ζήτησαν καθώς πήγαινα προς το χωριό του νεκρού, να τον περάσω από την μάντρα του, όπου έκτρεφε ζώα.

Ζούμε στην Κύπρο, λες να μην δέχτηκα ρατσισμό;

Στεναχωριέσαι με όλο αυτό που συμβαίνει ή το έχεις συνηθίσει;
Δεν υπάρχει λόγος στεναχώριας και ο θάνατος είναι ένα κομμάτι από τη ζωή μας. Δεν μας υποσχέθηκε κανείς πως θα είμαστε αθάνατοι, απλώς εμείς οι άνθρωποι συμπεριφερόμαστε λες και θα ζήσουμε 1000 χρόνια. Οι πλείστοι δεν αποδέχονται το θάνατο. Ο θάνατος είναι η λύτρωση της ψυχής μας.


Ποιες αντιδράσεις αντιμετώπιζες όταν έλεγες τι δουλειά κάνεις;
Κάποιοι σταυροκοπιούνταν ή έφτυναν τον κόρφο τους. Λίγοι ήταν αυτοί που θαύμαζαν την υπομονή μου, την αντοχή μου και την τόλμη μου. Κάποιοι μου έλεγαν «μπράβο σου, εγώ δεν θα τολμούσα να έκανα έτσι δουλειά».
 


 

Δέχτηκες ρατσισμό για τη δουλειά σου;
Ζούμε στην Κύπρο, λες να μην δέχτηκα ρατσισμό; Πολλές φορές. Μέχρι που τους ευχήθηκα να μην με χρειαστούν ή να μην τους τύχει να τους πάρω στα χέρια.


Όταν οδηγούσες στο δρόμο με τη νεκροφόρα, ο κόσμος που σε έβλεπε πώς σε αντιμετώπιζε;
Τα συνηθισμένα! Άλλοι έφτυναν τον κόρφο τους και συνάμα σταυροκοπιούνταν. Άλλοι γύριζαν το κεφάλι τους να μην βλέπουν τη νεκροφόρα. Μάλιστα άλλοι προσπαθούσαν να με προσπεράσουν για να δουν τι έχει στο πίσω μέρος, από περιέργεια.


Σου έτυχε ποτέ περιστατικό νεκρανάστασης;
Ευτυχώς όχι. Αν ζούσα τέτοιο πράγμα, νομίζω πως θα γινόταν η δική μου κηδεία από έμφραγμα. Αν το άντεχα, τότε θα σήμαινε πως είμαι άγιος.


Έτυχε ποτέ να χρησιμοποιήσεις τη νεκροφόρα και για άλλες δουλειές; Να πας τράπεζα, ή για έναν καφέ;
Όχι, αλλά έτυχε να σχολάσω γύρω στις 5 το απόγευμα και η ώρα 7 να έπρεπε να ήμουν στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να παραλάβω νεκρό. Σχόλασα, έφυγα με τη νεκροφόρα και πριν ξεκινήσω για αεροδρόμιο, πέρασα από σπίτι γιατί μου είχε ετοιμάσει σάντουιτς η γυναίκα μου. Ήταν καλοκαίρι και οι γείτονες κάθονταν στις βεράντες και με το που είδαν τη νεκροφόρα όλοι ξαφνιάστηκαν και απορούσαν τι να έγινε. Μια γειτόνισσα βγήκε με το καπνιστήρι και ο άντρας της έριχνε νερό.


Πώς αντιμετώπιζε η οικογένεια σου το επάγγελμά σου;
Είμαι αρραβωνιασμένος και έχω δύο παιδιά. Τον Αντρέα που είναι δύο χρονών και τον Σεμπάστιαν που είναι ενός. Όλοι αρνητικοί στην απόφαση να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα όμως δεν μου καιγόταν καρφί. Πιστεύω πως στο μόνο άτομο που ήμουν υπόλογος και υπόχρεος να λάβω υπόψη τη γνώμη του, ήταν η γυναίκα μου. Όταν τη ρώτησα και της είπα την ιδέα μου δεν έφερε καμία αντίρρηση. Μου είπε μόνο «αν το αντέχεις να το κάνεις». Ήταν η μόνη που πίστεψε σε μένα και με στήριξε με απόλυτη εμπιστοσύνη.

Δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά. Πρέπει να είσαι υπομονετικός, να έχεις μεγάλες αντοχές και πάνω από όλα να έχεις σεβασμό.

Οι γυναίκες που και γενικά ο κόσμος που συναναστραφόσουν την περίοδο που έκανες το επάγγελμα αυτό, πώς αντιδρούσαν όταν τους το αποκάλυπτες;
Βρέθηκα στα δυο άκρα. Έτυχε απλώς να μιλώ μέσα σε μια παρέα για το επάγγελμα μου και κάποιοι να εξαφανιστούν. Υπήρξε και περίπτωση που μια γυναίκα μόλις άκουσε το επάγγελμα μου άρχισε να με φλερτάρει. Μάλιστα, κάποια μου ζήτησε να βρεθούμε και να είμαι ντυμένος με τη στολή μου.
 


Αυτή η δουλειά αφήνει λεφτά, είναι κερδοφόρα;
Νομίζω πως ναι, αλλά πρέπει να επενδύσεις αρκετά λεφτά για να εξασφαλίσεις τις απαραίτητες άδειες.


Τι θα έλεγες σε κάποιον που μπορεί να σκέφτεται να μπει σε αυτό το επάγγελμα;
Πως δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά. Πρέπει να είσαι υπομονετικός, να έχεις μεγάλες αντοχές και πάνω από όλα να έχεις σεβασμό.


Σήμερα, τι δουλειά κάνεις;
Είμαι Διευθυντής Πωλήσεων σε μεγάλη εταιρεία που εδρεύει στη Λεμεσό.


Γιατί άλλαξες επάγγελμα;
Ήταν αρκετά κουραστική δουλειά, αφού έπρεπε να είμαι σε ετοιμότητα 24 ώρες την ημέρα. Δεν είχα ούτε γιορτές, ούτε Σαββατοκύριακα. Ο θάνατος δεν έχει ώρα, ούτε τόπο.