ΕΧΩ ΘΕΜΑ

Ένας βραχνος προφήτης που έγινε σύνθημα σε τοίχους

03.05.2018

40+1 πράγματα που διδάχθηκα για τη ζωή, τον έρωτα και το ελεύθερο, όταν έδωσα προσοχή στα λόγια ενός βραχνού προφήτη.
 

Της Τάνιας Νεοκλέους

Κεντρική φωτογραφία: Αλέξανδρος Αβραμίδης / Vice
 

Έπεσε στα χέρια μου ένα απόγευμα του 2011. Έγραφε πάνω «Ο Ελάχιστος Εαυτός». Μέσα μιλούσε για μαγικά σκουφιά, για αρχαία κύματα και για τα παγωμένα σου μάτια. Μελωδίες απλές με την πρώτη ακρόαση, μα δυσκολοχώνευτες όταν τις συνοδεύεις με τον «ξενιστή των ονείρων που αλλοιώνει τα σχήματα και αναγκάζει τον χώρο να παθαίνει ναυτία». Ένα σύμπαν εντελώς καινούριο ανοιγόταν εκείνη τη στιγμή μπροστά μου δημιουργώντας την κατάλληλη συνθήκη: Να γυρίσω το δικό μου ανάποδα.

Κι έτσι (παρ)ακολουθώντας τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, κατάφερα να οδηγηθώ σε κάτι εντελώς δικό μου. Σε αυτό που μου επιτρέπει να λέω με πάθος, ακόμα και χωρίς τη συνοδεία της μουσικής, πως «ο νους μας είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει». Στίχοι που, αν τους απομονώσεις, γίνονται συνθήματα για επαναστάτες, γνωμικά για στοχαστές και οδηγός αναζήτησης του ελάχιστου (έστω) εαυτού.

Πιο κάτω θα διαβάσεις πως «μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο» και άλλες 40 αλήθειες για τον έρωτα, το όνειρο και το ελεύθερο, που από τη συγγένειά τους γεννιέται τελικά και η ΖΩΗ.


 

  1. Στο άπειρο πορεύομαι, απ’ το άπειρο ξεκίνησα. Κέντρο του σύμπαντος κι αθάνατος νόμισα ο άμυαλος πως ήμουνα. [Επιτύμβιο, Αγία Νοσταλγία]

 

  1. Αέρα να ‘σαι τιμωρός, να ‘σαι και παιχνιδιάρης. Κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, να ‘ρθεις να μου την πάρεις. Για να κοιτάει από ψηλά, του κόσμου τη ραστώνη, να ξεχαστεί σαν των βουνών, το περσινό το χιόνι. [Πεχλιβάνης, Βραχνός Προφήτης]

 

  1. Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει. [Αερικό, Λάφυρα]

 

  1. Ελλάδα, χώρα της ντροπής, και γι’ άλλους κρύο σπίτι ξέχασες που’ ναι ιερό το βλέμμα του ικέτη. Τώρα πια οι μισάνθρωποι σε σέρνουν απ’ τη μύτη. [Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ, Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου]

 

  1. Είναι θάλασσα ο πόνος κι οι χαρές νησιά. [Ζητιανόξυλο, Με στόμα που γελά]

 

 

  1. Μικραίνει ο κόσμος όταν φιλιούνται δυο, γίνεται η κάμαρα κέντρο του κόσμου. Και μισανοίγει σαν φρούτο ώριμο ή σαν αστέρι εκρήγνυται και σβήνει. [Ηλιόπετρα, Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου]

 

  1. Ίσως la vita è bella. Μπορεί να είναι γλυκιά μα υπάρχουν ώρες που πέφτει μια καταχνιά. [Ανταρκτική, Ο ελάχιστος εαυτός]

 

  1. Τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρει πως πίνει απ’ το πηγάδι το σκοτεινό. [Τειρεσίας, Αγρύπνια]

 

  1. Ο ήλιος είναι του κόσμου η μαία, που ξεγεννάει τις σκιές και τις αφήνει μέσα στο κλάμα, μπροστά σε πόρτες σφαλιστές. [Attinse, Ο Σαμάνος]

 

  1. Άνθρωπέ μου τι ξεφτίλα, να σου χαλάνε τ’ όνειρο κι εσύ να τους αφήνεις. [Όνειρο, Αγία Νοσταλγία]

 

  1. Τα λόγια, τα σαράκια κι οι νότες μου εμένα σκάβουν πρώτο. Δεν ήρθα για να βλέπω τα κάλλη μου να γλείφουνε τον χρόνο. [Τα τραγούδια που έγραψα, Ο ελάχιστος εαυτός]

 

  1. Και κουβαλάμε τις αμαρτίες μας όπως το λάβδανο στα γένια τους οι τράγοι. Κι ύστερα ψάχνουμε ένα τραγούδι να πει στους άλλους τη συγγνώμη μας. [Χαρτοκόπτης, Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου]

 

 

  1. Αχ ζωή μάγισσα να σε μάθω άργησα... [Όταν τραγουδάω, Της αγάπης γερακάρης]

 

  1. Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος η χαραυγή θα σε ξεκάνει. [Όταν χαράζει, Βραχνός Προφήτης]

 

  1. Σαν αστραπή από μακριά, ό, τι δεν μπόρεσε να υπάρξει, σκίζει τη νύχτα βιαστικά, άηχα κι ύστερα σβήνει. [Σαν αστραπή, Ο Σαμάνος]

 

  1. Ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε, κι ότι αρπάξει ο κώλος μας. [Φάλτσος χρησμός. Κύκλος]

 

  1. Βαθιά πληγή, παλιά πληγή μονάκριβη δική μου. Την ξεριζώνω απ’ την καρδιά φυτρώνει στην αυλή μου. [Παλιά πληγή, Βραχνός Προφήτης]

 

 

  1. Είμαι ό,τι δεν έζησα, είμαι η βροχή που θα’ ρθει. [Ο Φορτίνο Σαμάνο, Ο Σαμάνος]

 

  1. Βαριά που 'ναι τα βήματα όταν το καταλάβεις πως ό,τι κι αν κάνεις μάταιο τη μοίρα δεν αλλάζεις. [Ο καντηλανάφτης, Αγία Νοσταλγία]

 

  1. Φεγγάρι παλιοφέγγαρο, φεγγάρι μεταξένιο, τη νύχτα κάνεις φωτεινή κι εμένα αλλοπαρμένο. [Η τράτα, Στην Ανδρομέδα και στη γη]

 

  1. Όσοι νομίζουν πως κρατάν της γνώσης τα ευαγγέλια και δίχως να τους ζητηθεί τη γνώμη δίνουνε, ξυπόλητοι βαδίζουν στης ζωής τα μονοπάτια. Αλλού’ ναι τα αληθινά κι αλλού σκαλίζουνε. [Όσοι, Στην Ανδρομέδα και στη γη]

 

  1. Όσοι σέρνονται, τις νύχτες πέφτουνε σε μαύρες τρύπες. [Η παραβολή του ασώτου, Της αγάπης γερακάρης]

 

 

  1. Ό,τι στ’ αλήθεια χάνουμε στα ψεύτικα το ζούμε, μες στου μυαλού τη θύελλα εκεί στα σκοτεινά. Κόβοντας όλα τα σκοινιά που μας κρατούν στο χώμα, που μας κρατούν και στη φωτιά δεν πέσαμε ακόμα. [Η λάθος μοιρασιά, Λάφυρα]

 

  1. Δε θέλω τα τραγούδια που έγραψα ν’ ανάβουν αναπτήρες. Θα ήθελα να σκίζουν τα μέτωπα ν’ ανοίγουνε κρατήρες. [Τα τραγούδια που έγραψα, Ο ελάχιστος εαυτός]

 

  1. Ο καθρέφτης σαν στόμα, σαν σπηλιά και σαν θάλασσα με τα πρόσωπα παίζει, με τα είδωλα ζει. Άλλη μια φυλακή. [Τα λάφυρα της νύχτας, Λάφυρα]

 

  1. Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη. [Όταν χαράζει, Βραχνός Προφήτης]

 

 

  1. Μπορεί να πληγωθώ, μπορεί να κλάψω, μπορεί τα λάθη μου να μην τ’ αλλάξω, μα όλα τα πρωινά μοιάζουν σε κάτι, τα στεφανώνει μια γλυκιά φενάκη. [Όλα τα πρωινά, Ο Σαμάνος]

 

  1. Η μέθη το’ να μου κουπί κι ο έρωτας το άλλο. Λάμνω και βρίζω και γελώ, είμαι σωστός και σφάλλω. [Ζητιανόξυλο, Με στόμα που γελά]

 

  1. Όσοι με γέλασαν, όσοι με κέρασαν πικρό ποτήρι κι άχρηστους κανόνες, θα ηττηθούν απ’ ό,τι πιο αδύναμο από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες. [Σαμπάχ, Βραχνός Προφήτης]

 

  1. Αγρύπνια, κακόφωνο όργανο, που αλέθεις των εκλεκτών το "ωσαννά". [Αγρύπνια, Αγρύπνια]

 

  1. Ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια, αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή. [Rua Da Bella Vista, Αγρύπνια]

 

  1. Όνειρο η ζωή δεν είναι κι όποιος πόνεσε στον πόνο πάντοτε θε να πονάει. Κι όποιος θάνατο φοβάται θα τον κουβαλά στους ώμους. [Άυπνη Πόλη, Η βροχή από κάτω]
     


 

  1. Στου δειλινού την άκρη, δε βλέπεις όνειρα. Αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα. Βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ’ αλήθεια τα πόδια του τα ίδια. [Διάφανος, Διάφανος]

 

  1. Ρίξε δροσιά, ρίξε νερό, το χώμα να νοτίσει, ο σπόρος που ’χω μέσα μου να πιει και να ξυπνήσει. Να βγάλει ρίζες, να γενεί μία περικοκλάδα, ένα αγρίμι της ζωής, μια ξέφρενη μαινάδα. [Είχα τον κήπο της Εδέμ, Με στόμα που γελά]

 

  1. Και τώρα πες μου κάτι ψεύτικο. Σαν τα ψόφια δάχτυλα που ‘σφιξα στο χέρι, σαν τον ήλιο του χειμώνα και σαν την ορκισμένη αγάπη της. [Πες μου κάτι, Διάφανος]

 

  1. Ποιος θα με θυμάται όταν θα ‘μαι η κραυγή που ποτέ δε κύλησε μακριά απ’ το κρεβάτι. [Ποιος θα με θυμάται, Ο ελάχιστος εαυτός]

 

  1. Να είναι τ’ όνειρο καλό, απατηλό ας είναι κι ύστερα γύρισε ψηλά κι αν θες βροχούλα γίνε. [Βασιλιάς, Διάφανος]

 

  1. Καμιά σημαία, καμιά πατρίδα δε θα μπορέσει να σου πει όσα σου λέει μια φωτογραφία που σε κρατάει μικρό παιδί. [Attinse, Ο Σαμάνος]

 

 

  1. Και τα παρτάλια οι σκέψεις μας, πειρατική σημαία. Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. [Σιμούν, Ο ελάχιστος εαυτός]

 

  1. Κι εσύ που είσαι πλάι μου, ξεγέλασμα του Απρίλη, πρόλαβες και γεφύρωσες το πριν και το μετά. [Γυναίκες, Με στόμα που γελά]

 

  1. Το πρώτο ψέμα το ‘βγαλα σαν πέτρα απ' τα νεφρά μου. Το δεύτερο σαν κέρασμα ποτήρι δροσερό. Το τρίτο σαν της άνοιξης το πρώτο αεράκι, στο τέταρτο κοιτάχτηκα δεν ήμουν πια εγώ. [Χαμένο Ρούχο, Ο Φύλακας κι ο Βασιλιάς]