ΜΙΛΑ ΜΟΥ

ΓΡAΦΕΙ Ο ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

«Η Κύπρος είναι ένας μικρός τόπος μεγάλων απογοητεύσεων»

28.12.2018

Οι ψηφίδες της μυθοπλασίας στο εξαιρετικό δεύτερο (κοινωνικό) μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου δημιουργούν εικόνες οικείες σε αρκετούς από εμάς.
 

Πρόκειται, βασικά, για μια αστυνομική ιστορία που έχει ως πυρήνα της έναν φόνο, εξ ου και ο Εκδοτικός Οίκος Καστανιώτη κατέταξε το μυθιστόρημα στην κατηγορία noir. Ο ίδιος ο συγγραφέας, όμως, μου διευκρινίζει πως το noir ήταν προσχηματικό. «Ο φόνος ήταν απλώς η αφορμή για να στηθεί μια ιστορία και κάτω από την ιστορία να υπάρχει μια άλλη ιστορία που εμένα με ενδιέφερε πολύ περισσότερο να αφηγηθώ».

Το μόνο σίγουρο είναι πως στο βιβλίο με τίτλο «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός» ο Σταύρος Χριστοδούλου καταπιάνεται με θέματα πάντα επίκαιρα όπως οι (ερωτικές) σχέσεις συναλλαγής, ο ρατσισμός, η εξουσία της ηδονής και η ηδονή της εξουσίας και αναπόφευκτα, ο κόσμος της δημοσιογραφίας -λόγω και της δικής του ιδιότητας, αφού για πολλά χρόνια εργάζεται ως διευθυντής περιοδικών ενώ αρθρογραφεί και στην εφημερίδα «Φ».

Πίνοντας μαζί του έναν καφέ, συζητήσαμε περεταίρω για όλα αυτά τα θέματα, τα οποία αποτυπώνονται με έναν ωμό-ρεαλιστικό τρόπο στο κοινωνικό μυθιστόρημά του. Συζητήσαμε για όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί έξω, στην πόλη, στην κοινωνία…

 

Φωτογραφίες: Θεοδώρα Ιακώβου

 

Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός… ο Σταύρος Χριστοδούλου ήταν στη Βουδαπέστη, αφού τότε είχε ξεκινήσει τις σπουδές του στην ιατρική. Πέρα όμως από την αλήθεια, η ιστορία του βιβλίου, η μυθοπλασία, γεννήθηκε στο μυαλό του, όπως ο ίδιος λέει, πολλά χρόνια αργότερα.

«Το βιβλίο είναι διάσπαρτο με ψήγματα αλήθειας. Βεβαίως και υπάρχουν ερεθίσματα ή πράγματα τα οποία εγώ έχω βιώσει μέσα στο βιβλίο, αλλά ποτέ δεν είναι μια ακριβής αποτύπωση του βιώματος ή του γεγονότος. Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός, εγώ θυμάμαι ότι είχαμε ακούσει στο ραδιόφωνο ότι ήταν 25 υπό το μηδέν, ότι είχε παγώσει ο Δούναβης. Θυμούμαι ότι ήμασταν στο δωμάτιο που μέναμε, στην εστία, ετοιμαστήκαμε, οι δύο συγκάτοικοί μου συνέχισαν για να πάνε στη Σχολή κι εγώ αποφάσισα να κατέβω στον Δούναβη για να τον δω. Στο βιβλίο κράτησα τούτη την αίσθηση του κρύου, την εικόνα που είχα με τα κομμάτια του πάγου. Όλο το άλλο, όμως, η μυθοπλασία -η σκέψη ότι τη συγκεκριμένη μέρα γεννήθηκε ένα αγόρι, ορφανό, το οποίο στην πορεία, 27 χρόνια μετά, κατηγορείτο για έναν φόνο- γεννήθηκε πολλά χρόνια μετά. Άρα, η αλήθεια υπάρχει πάντα, αλλά δεν είναι ατόφια ή απεικόνιση μιας πραγματικότητας».

 

Παρόλο που το βιβλίο έχει εκδοθεί ως noir μυθιστόρημα, πρόθεσή του, λέει, ήταν να γράψει ένα κοινωνικό μυθιστόρημα και να θίξει θέματα που μας απασχολούν έντονα.

«Δεν είχα στο μυαλό μου να γράψω ένα noir βιβλίο. Λέω ότι είμαι επισκέπτης στο noir. Η αρχική, δική μου πρόθεση ήταν να γράψω ένα κοινωνικό μυθιστόρημα. Και τα πράγματα που με απασχολούσαν ήταν αφενός όλο το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο -με ενδιαφέρει πολύ το εκεί έξω, η πόλη, η κοινωνία, το πώς είναι η Αθήνα σήμερα, η πολυπολιτισμικότητά της, οι αντιθέσεις-, ενώ από την άλλη με απασχολούσαν θέματα όπως οι σχέσεις συναλλαγής -είτε η συναλλαγή αυτή είναι ερωτική είτε άλλου τύπου. Οπότε, αυτό ήταν το αρχικό κίνητρο. Το noir ήταν προσχηματικό.

 


Η σχέση του Γιάνος που κατηγορείται ως ο θύτης και του Μίλτου που είναι το θύμα, δεν ήταν μια κρυστάλλινη σχέση καλού και κακού. Κινείτο στη μεγάλη γκρίζα ζώνη που συνήθως εκτυλίσσονται τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή. 


 

 

ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Η αποτύπωση του κόσμου της δημοσιογραφίας στο μυθιστόρημα είναι άψογη. Η εκτενής αναφορά στο επάγγελμα αφορά στην ιδιότητα του Στράτου, ενός από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας, ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει την πραγματική έννοια της είδησης.

Ο Στράτος, όπως λέω εγώ, είναι δημοσιογράφος παλαιάς κοπής. Έχει μια σχετικά ρομαντική προσέγγιση στα πράγματα, άρα προσεγγίζει τη δημοσιογραφία όπως μάθαμε πως πρέπει να γίνεται αυτό. Καθημερινά συμβαίνουν πράγματα που αν τα φωτίσεις, με έναν τρόπο αυτομάτως αποκτούν μια οντότητα. Αξίζει τον κόπο να τα αφηγηθείς, αξίζει τον κόπο να τα διαδώσεις. Να μετατραπούν από ένα κρυμμένο γεγονός, ενδεχομένως κρυμμένο και κάτω από το χαλί, σε είδηση. Χωρίς φανφάρες, χωρίς χρυσόσκονη, χωρίς παραπλάνηση. Εγώ έτσι θέλω να βλέπω τα πράγματα. Είμαι σε μια γενιά που όντως προσεγγίζω τη δουλειά τη δική μας με έναν -γιατί όχι- πιο ρομαντικό τρόπο.

 

Υπάρχουν στις μέρες μας δημοσιογράφοι όπως ο Στράτος, που να ψάχνουν εις βάθος και με υπομονή τις ιστορίες και να μην αναμασούν απλώς όσα ξεβράζουν τα απόνερα του διαδικτύου;

Υπάρχουν, αλλά λίγοι, διότι νομίζω ότι η αγορά δεν τους θέλει. Θεωρούνται πολυτελείς δημοσιογράφοι. Είμαστε σε μια εποχή -το ζεις και το ζω- που τα πράγματα καθορίζονται από την ταχύτητα. Δηλαδή, τα websites είναι copy paste, υπάρχει πάρα πολύ fake news, ο λόγος που υπάρχει fake news είναι γιατί δεν γίνεται διασταύρωση, όμως ακόμα υπάρχουν οι εφημερίδες που πάντα αποτελούν καταφύγιο για τον καλό δημοσιογράφο. Ελπίζω να μην ακουστεί παλιακό αυτό που λέω, από την άποψη ότι θα μπορούσαν να γίνουν αριστουργήματα στο online. Αυτό συμβαίνει στο εξωτερικό, απλώς σε εμάς ακόμη δεν έχει γίνει, αφού έχουμε πάντα μια καθυστέρηση σε σχέση με το τι γίνεται έξω. Η απάντησή μου είναι ότι, ναι, υπάρχουν τέτοιου τύπου δημοσιογράφοι, λίγοι, οι οποίοι θέλω να ελπίζω ότι έχουν ακόμα μια αξία για τούτη τη δουλειά.

 

Έτυχε ποτέ να ασχοληθείς δημοσιογραφικά με κάποιο θέμα και να σιχαθείς πρόσωπα και καταστάσεις, όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας σου;

Ευθέως σου λέω πως όχι, λόγω του είδους της δημοσιογραφίας που έκανα. Όπως ξέρεις, ήμουν στον αφρό. Έκανα πάρα πολλά χρόνια περιοδικά, πάρα πολλά χρόνια το επάρατο lifestyle... Χαμογελώ λέγοντάς το τούτο, αφού μακάρι το πρόβλημα της ζωής μας, της δημοσιογραφίας, του τόπου, να ήταν το lifestyle. Οπότε, κάνοντας περιοδικά δεν είχα αυτού του είδους την εμπειρία. Στη συνέχεια, επί πολλά χρόνια είμαι πολιτικός αρθρογράφος στην εφημερίδα. Εκεί, αν θες, τούτο που βίωσα εγώ, ήταν η επίγνωση της πραγματικότητας με έναν σκληρό τρόπο. Απομυθοποίησα πάρα πολλά πράγματα μέσα από τη δουλειά. Όμως, είναι άλλο πράγμα το σιχαίνομαι και άλλο πράγμα το απομυθοποιώ. Η Κύπρος είναι ένας μικρός τόπος ο οποίος ασφυκτιά από τις απογοητεύσεις. Είναι ένας μικρός τόπος μεγάλων απογοητεύσεων. Το κράτος του ’60 που έκτισαν -και δεν το έκτισα ούτε εγώ που είμαι 55 ούτε εσύ που είσαι άλλη γενιά, κάποιοι άλλοι το έφτιαξαν-, δυστυχώς κτίστηκε πάνω σε σάπια θεμέλια. Τα προβλήματα τα ζούμε τα τελευταία πολλά χρόνια. Με την κρίση, βασικά, τι έγινε; Ήταν σαν να σήκωσε κάποιος μια κουρτίνα και να είδες το πίσω, κομμάτια και θρύψαλα. Με αυτή την έννοια, απομυθοποιείς, πολλά πράγματα, ναι.

 


Έζησα μια ζωή αρκετά άστατη, για πάρα πολλά χρόνια, αλλά θεωρώ ότι εδώ και πολύ καιρό έχω μια ζωή που δεν είναι ψηλά βουνά βαθιές χαράδρες.


 

ΠΕΡΙ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Μην το αγγίζεις με τα βρωμόχερά σου, είπε ο Ανδρόνικος στο μαύρο αγόρι που τον σέρβιρε στο ελληνικό καφενείο. Από πότε Ελλάδα σημαίνει ρατσισμός και μισαλλοδοξία;

Ελλάδα δεν σημαίνει μισαλλοδοξία, δεν σημαίνει ρατσισμός. Αλλά υπάρχει ένα κομμάτι της Ελλάδας και ένα κομμάτι της Κύπρου και ένα κομμάτι της Ευρώπης -που πλέον δυστυχώς δεν είναι αμελητέο- το οποίο είναι και ρατσιστικό και μισαλλόδοξο. Εμένα, τούτο με ανησυχεί. Το ένα θέμα είναι οι πολιτικοί, όποιοι κι αν είναι οι πολιτικοί, ακόμα και οι ακροδεξιοί ή οι νεοναζί, ενώ ένα άλλο θέμα είναι το ακροατήριό τους. Εμένα, είναι το ακροατήριο που με ανησυχεί και δυστυχώς μεγαλώνει. Δηλαδή, κόσμος ο οποίος είναι έτοιμος να ακούσει έναν λόγο ρατσιστικό, μισαλλόδοξο, ακραίο. Και στο ακροατήριο, δυστυχώς, δεν είναι μόνο η γριά που θα την περάσεις απέναντι για να πάει στο ATM. Δεν θα αντέξω να ξανακούσω ότι ο λόγος που ανεβαίνει η ακροδεξιά είναι επειδή παίρνει τη γριά να πάρει τη σύνταξή της. Δυστυχώς, δεν είναι μόνο ο άνεργος ή ο άλλος που βρίσκεται στο περιθώριο. Ο νεοσυντηρισμός που φτάνει στην ακραία του μορφή να γίνεται ρατσισμός, δυστυχώς διαχέεται σε πολλές κοινωνικές τάξεις.

 

Τι είναι τελικά αυτό που μας εμποδίζει να δούμε ότι πίσω από κάθε μετανάστη και κάθε πρόσφυγα υπάρχει συνήθως μια τραγική ιστορία;

Η έλλειψη παιδείας, η ελλιπής μνήμη… Είμαστε ένας λαός προσφύγων, κόσμος που έζησε σε τσαντίρια. Τούτοι οι άνθρωποι είναι δυνατό να μη μπορούν να δουν πίσω από τον άνθρωπο, την ιστορία; Ναι, είναι η απάντηση. Όχι όλοι, αλλά υπάρχει δυστυχώς αυτό το φαινόμενο και θεωρώ είναι μια ευθύνη μας, εμάς των δημοσιογράφων, το αντισταθούμε. Είναι ένας τρόπος να γίνει και αυτή η δουλειά λίγο χρήσιμη. Με το να τα λέμε και να προσπαθούμε να διαμορφώσουμε συνειδήσεις, κοινή γνώμη τελοσπάντων.

 

 


Το κράτος του ’60 που έκτισαν -και δεν το έκτισα ούτε εγώ που είμαι 55 ούτε εσύ που είσαι άλλη γενιά, κάποιοι άλλοι το έφτιαξαν-, δυστυχώς κτίστηκε πάνω σε σάπια θεμέλια. Τα προβλήματα τα ζούμε τα τελευταία πολλά χρόνια. Με την κρίση, βασικά ήταν σαν να σήκωσε κάποιος μια κουρτίνα και να είδες το πίσω, κομμάτια και θρύψαλα.


 

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

Συγκρίνοντας την ηδονή της εξουσίας με την εξουσία της ηδονής, προς τα πού θεωρείς ότι γέρνει η πλάστιγγα; Ποιος είναι τελικά ο πιο δυνατός, αυτός που πουλά ή αυτός που αγοράζει; Και ειδικά όταν μιλούμε για την πορνεία;

Κάτι που προσπάθησα να αποφύγω στο βιβλίο, και σε αυτό και στο προηγούμενο βιβλίο, ήταν τον διδακτισμό. Η λογοτεχνία, το χειρότερο θεωρώ που μπορεί να κάνει είναι το να έχει έτοιμες απαντήσεις. Θέτεις τα ερωτήματα για να τα επεξεργαστεί ο άλλος. Το πώς επιμερίζεται το πράγμα, άποψή μου είναι πως είναι αμφίδρομο. Η πλάστιγγα γέρνει και από τις δύο πλευρές και η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολη, ότι δηλαδή αυτός που φταίει είναι μόνο ο κακός, αυτός δηλαδή που αγοράζει. Γιατί οι σχέσεις των ανθρώπων είναι πιο σύνθετες. Η σχέση του Γιάνος που κατηγορείται ως ο θύτης και του Μίλτου που είναι το θύμα, δεν ήταν μια κρυστάλλινη σχέση καλού και κακού. Κινείτο στη μεγάλη γκρίζα ζώνη που συνήθως εκτυλίσσονται τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή. Άρα είχαν και οι δύο μερίδιο της ευθύνης και έπαιξαν το παιχνίδι της εξουσίας και οι δύο, εξίσου αποτελεσματικά.

 

Τι συνεπάγεται να κυνηγά κάποιος το απρόσωπο σεξ, αντί για έρωτες ή τη συναισθηματική ασφάλεια μιας σχέσης.

Η κινητήριος δύναμη κυρίως είναι η λίμπιντο. Δηλαδή το σεξ. Είναι ένας τρόπος να ζει κάποιος. Και ο τρόπος αυτός υπάρχει. Είναι άνθρωποι που από τη φτιαξιά τους δεν είναι ταγμένοι στη σχέση, στην ασφάλεια μιας σχέσης, στο δόσιμο μιας σχέσης. Η σχέση προϋποθέτει δόσιμο, είναι ένα πάρε δώσε μεταξύ δύο ανθρώπων, το οποίο εξελίσσεται γιατί δημιουργεί ένα δέσιμο που ξεκινά με πάθος και με έρωτα και μετά γίνεται αγάπη, συντροφικότητα και αποτελεί έναν τρόπο να ζεις με το άλλο σου μισό. Επιπλέον, συνεπάγεται μια ανικανότητα να επενδύσει κάποιος συναισθηματικά στις σχέσεις. Είναι κάποιου είδους άμυνα αυτό, ξέρεις. Είναι ένας τρόπος για να προστατεύσει κάποιος τον εαυτό του στο να μην εκτεθεί πιο πολύ συναισθηματικά και να μπει σε μια σχέση, από το να πάει απλώς να κυνηγήσει… το σεξ.

 

Ο Μίλτος ζούσε στην κόγχη των εσωτερικών του αντιφάσεων, της κοινωνικής ευπρέπειας και του ορμέμφυτου πάθους. Υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος για να ζει κάποιος;

Καταρχάς είναι άνθρωποι που ενσυνείδητα επιλέγουν να ζήσουν μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι είναι το κάμωμά τους, τα μυαλά τους. Είναι και άλλοι που ζουν επικινδύνως, φλερτάροντας μονίμως με τον κίνδυνο ή δρασκελίζοντας συχνά την απέναντι όχθη. Είναι και αυτοί που ισορροπούν, προσπαθώντας να έχουν μια ενδιαφέρουσα ζωή η οποία δεν είναι ούτε η μιζέρια μιας συμβατικής καθημερινότητας ούτε όμως πάνω στην κόψη. Άρα, δεν θεωρώ ότι υπάρχει ένας τρόπος για να ζει κάποιος. Το σημαντικό είναι να ζει κάποιος όπως θέλει να ζήσει, να μην προδίδει δηλαδή τα θέλω του. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Ακόμα και για τούτο που λέμε συμβιβασμένες μικροαστικές ζωές, λέγοντάς το συνήθως και απαξιωτικά και αφ’ υψηλού, το προσεγγίζω με μια τρυφερότητα και λέω ότι για μένα το πιο σημαντικό είναι το να ζήσεις όπως αληθινά θέλεις. Αυτό που επιλέγεις ως ζωή πρέπει να αντανακλά τα θέλω σου.

 


Δεν θα αντέξω να ξανακούσω ότι ο λόγος που ανεβαίνει η ακροδεξιά είναι επειδή παίρνει τη γριά να πάρει τη σύνταξή της. Ο νεοσυντηρισμός που φτάνει στην ακραία του μορφή να γίνεται ρατσισμός, δυστυχώς διαχέεται σε πολλές κοινωνικές τάξεις.


 

ΟΙ ΣΤΡΩΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ

Μέσα στο βιβλίο μιλάς για στρωμένες ζωές. Πώς ορίζεται η στρωμένη ζωή;

Παιδί, σκυλί, αυτοκίνητο, εξοχικό, δάνειο… Μια ζωή πολύ δομημένη, χωρίς πολλές εκπλήξεις και εντάσεις. Κι αυτό είναι κάτι το οποίο περιγράφει τις ζωές των περισσοτέρων, έτσι. Δεν το λέω με κακό τρόπο. Είναι ο τρόπος που οι άνθρωποι κάπως οδηγούν τα πράγματα ώστε να στρώσουν μια ζωή, χωρίς να τους περιμένουν καθημερινές εκπλήξεις.

 

Η δική σου ζωή είναι στρωμένη;

Νομίζω πλέον ναι. Το έχω πει ξανά ότι προσπάθησα πάρα πολύ να μη ζήσω μια συμβιβασμένη ζωή. Και αν κάτι δεν είμαι εγώ, αυτό είναι ο μικροαστισμός. Έζησα μια ζωή αρκετά άστατη, για πάρα πολλά χρόνια, αλλά θεωρώ ότι εδώ και πολύ καιρό έχω μια ζωή που δεν είναι ψηλά βουνά βαθιές χαράδρες.

 

Γιατί οι γονείς των περισσοτέρων από εμάς συνδέουν την ευτυχία με την οικογένεια, ακόμα και αν οι ίδιοι υπέφεραν μέσα στον γάμο τους;

Εγώ δεν έχω παιδιά. Εσύ έχεις, άρα μπορείς να το καταλάβεις πολύ πιο εύκολα. Υπάρχει μια πολύ συντηρητική προσέγγιση, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που είναι πιο τρυφερό και ανθρώπινο και το οποίο θέλει την έννοια της οικογένειας να έχει να κάνει με τη συντροφικότητα. Για παράδειγμα, εκείνο που είναι φυσιολογικό να αισθάνεσαι εσύ προβάλλοντας τα παιδιά σου στο μέλλον είναι να τα φαντάζεσαι ευτυχισμένα και όχι μόνα τους. Τώρα, αν τούτο σημαίνει οικογένεια ή γάμος, το σχήμα είναι τελείως αδιάφορο. Οπότε, παλιά ήμουν πολύ πιο απαξιωτικός σε σχέση με αυτά, πλέον όμως, μεγαλώνοντας κι εγώ, βλέπω με πιο μεγάλη κατανόηση την επιθυμία των γονιών να δουν μια «στρωτή» ζωή μπροστά στα παιδιά τους. Το θέμα είναι να είσαι ευτυχισμένος με τον τρόπο που εσύ επιλέγεις. Η συντροφικότητα είναι ωραίο πράγμα. Για μένα η συντροφικότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη γάμος, σε καμιά περίπτωση. Μπορεί να είναι, μπορεί και όχι. Από την άλλη, εγώ δέχομαι ότι κάποιος μπορεί κάλλιστα να είναι ευτυχής χωρίς σύντροφο και επιλέγοντας μια άλλη ζωή. Αρκεί να είναι αυτό που πραγματικά θέλει να είναι. Αυτό είναι το κλειδί, να το να μην υποδύεσαι έναν ρόλο που δεν είσαι εσύ.

 

 

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Σταύρος Χριστοδούλου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1963. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία, αφού ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’80 τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Εργάστηκε ως διευθυντής περιοδικών στην Κύπρο και την Ελλάδα. Σήμερα ανήκει στο δυναμικό του συγκροτήματος «Ο Φιλελεύθερος», στην Κύπρο.

Το πρώτο του μυθιστόρημα, Hotel National (2016), περιελήφθη στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας της Κύπρου, καθώς και στην αντίστοιχη του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα.

 

* Ευχαριστίες στο Second Cup Έγκωμης για τη φιλοξενία για τις ανάγκες της φωτογράφησης